Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
apt
01
κατάλληλος, αρμόδιος
suitable or appropriate in the circumstances
Παραδείγματα
The rainy weather was apt for staying indoors and reading.
Ο βροχερός καιρός ήταν κατάλληλος για να μείνεις μέσα και να διαβάσεις.
Παραδείγματα
The apt student always had a clever remark ready in class.
Ο ικανός μαθητής είχε πάντα μια έξυπνη παρατήρηση έτοιμη στην τάξη.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
aptest
συγκριτικός βαθμός
apter
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She is apt to excel in mathematics due to her strong analytical skills.
Είναι τεnd να διακρίνεται στα μαθηματικά λόγω των ισχυρών αναλυτικών της δεξιοτήτων.
Λεξικό Δέντρο
aptly
aptness
inapt
apt



























