apt
apt
æpt
āpt
keptcappednappedtapped

Ορισμός και σημασία του "apt"στα αγγλικά

01

κατάλληλος, αρμόδιος

suitable or appropriate in the circumstances 
apt definition and meaning
Παραδείγματα
The rainy weather was apt for staying indoors and reading. 

Ο βροχερός καιρός ήταν κατάλληλος για να μείνεις μέσα και να διαβάσεις.

02

ικανός, έξυπνος

able to respond or understand quickly 
apt definition and meaning
Παραδείγματα
The apt student always had a clever remark ready in class. 

Ο ικανός μαθητής είχε πάντα μια έξυπνη παρατήρηση έτοιμη στην τάξη.

03

επιρρεπής, τεndency

having a natural tendency toward something 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
aptest
συγκριτικός βαθμός
apter
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She is apt to excel in mathematics due to her strong analytical skills. 

Είναι τεnd να διακρίνεται στα μαθηματικά λόγω των ισχυρών αναλυτικών της δεξιοτήτων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store