Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
apt
01
κατάλληλος, αρμόδιος
suitable or appropriate in the circumstances
Παραδείγματα
His apt response showed his deep understanding of the topic.
Η κατάλληλη απάντησή του έδειξε τη βαθιά κατανόησή του για το θέμα.
Παραδείγματα
The comedian 's apt remarks kept the audience engaged throughout the show.
Οι κατάλληλες παρατηρήσεις του κωμικού κράτησαν το κοινό ενδιαφερόμενο καθ' όλη τη διάρκεια της παράστασης.
Παραδείγματα
He is apt to take on leadership roles, given his confident and assertive personality.
Είναι πιθανό να αναλάβει ηγετικούς ρόλους, δεδομένης της αυτοπεποίθησης και της αποφασιστικότητας της προσωπικότητάς του.
Λεξικό Δέντρο
aptly
aptness
inapt
apt



























