humorous
hu
ˈhju:
hyoo
mo
rous
rəs
rēs
humongous
humourous

Ορισμός και σημασία του "humorous"στα αγγλικά

01

χιουμοριστικός, αστείος

making one laugh particularly by being enjoyable 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most humorous
συγκριτικός βαθμός
more humorous
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The comedian told a humorous story that made everyone laugh. 

Ο κωμικός είπε μια χιουμοριστική ιστορία που έκανε όλους να γελάσουν.

Λεξικό Δέντρο

humorously
humorousness
unhumorous
humorous
humor
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store