Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Humor
01
χιούμορ
the ability to understand, enjoy, or communicate what is funny or amusing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
His sense of humor always lightens the mood in the office.
Η αίσθηση του χιούμορ του πάντα ελαφρύνει την ατμόσφαιρα στο γραφείο.
02
χιούμορ
content or expression intended to be funny or entertaining
Παραδείγματα
The book is a collection of American humor, showcasing various comedic styles.
Το βιβλίο είναι μια συλλογή αμερικανικού χιούμορ, που παρουσιάζει διάφορα κωμικά στυλ.
03
διάθεση, ψυχική κατάσταση
a characteristic or temporary state of mind or mood
Παραδείγματα
His good humor was infectious, lifting everyone's spirits.
Η ευθυμία του ήταν μεταδοτική, ανεβάζοντας το ηθικό όλων.
04
χυμός, σωματικό υγρό
one of the four body fluids (blood, phlegm, yellow bile, black bile) believed in medieval times to affect health and mood
Παραδείγματα
In medieval times, doctors believed that an imbalance of humors could cause illness.
Στον Μεσαίωνα, οι γιατροί πίστευαν ότι μια ανισορροπία των χυμών μπορούσε να προκαλέσει ασθένεια.
05
χιούμορ
the quality of being funny
06
χυμός, σωματικό υγρό
a bodily fluid or semifluid, such as blood or lymph, that is essential for normal physiological functions
Παραδείγματα
The body's humors, like blood and lymph, play crucial roles in maintaining health.
Οι χυμοί του σώματος, όπως το αίμα και η λέμφος, παίζουν κρίσιμο ρόλο στη διατήρηση της υγείας.
to humor
01
εξιτάρω, βάζω σε καλή διάθεση
put into a good mood
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
humor
γ΄ ενικό πρόσωπο
humors
ενεστώτα μετοχή
humoring
απλός αόριστος
humored
παθητική μετοχή
humored
02
ικανοποιώ τις επιθυμίες, προσαρμόζομαι στα πειράματα
to do the things that a person wants, no matter how unreasonable they are, in order to keep them satisfied
Transitive
Λεξικό Δέντρο
humoral
humorist
humorless
humor



























