Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Humming
01
βουητό, μουρμούρισμα
a low and continuous sound
Παραδείγματα
In the attic, the old fan produced a nostalgic humming sound as it circulated the air.
Στο σοφίτα, ο παλιός ανεμιστήρας παρήγαγε ένα νοσταλγικό βουητό καθώς κυκλοφορούσε τον αέρα.
02
σιγοτραγούδημα, βουητό
the act of singing with closed lips
Λεξικό Δέντρο
humming
hum



























