humility
Pronunciation
/hjuˈmɪɫɪti/

Ορισμός και σημασία του "humility"στα αγγλικά

01

ταπεινοφροσύνη

a disposition to be humble; a lack of false pride
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
humilities
02

ταπεινοφροσύνη

a humble feeling
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store