Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Humility
01
ταπεινοφροσύνη
a disposition to be humble; a lack of false pride
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
ταπεινοφροσύνη
a humble feeling
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ταπεινοφροσύνη
ταπεινοφροσύνη