humility
hu
hju:
hyoo
mi
ˈmɪ
mi
li
ty
ti
ti
humidityhumanity

Ορισμός και σημασία του "humility"στα αγγλικά

01

ταπεινοφροσύνη

a disposition to be humble; a lack of false pride 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
humilities
02

ταπεινοφροσύνη

a humble feeling 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store