Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
humiliating
01
ταπεινωτικός, ντροπιαστικός
causing someone to feel embarrassed or degraded, often in front of others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most humiliating
συγκριτικός βαθμός
more humiliating
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Having to ask for help with basic tasks felt humiliating after being independent for so long.
Το να πρέπει να ζητάς βοήθεια για βασικές εργασίες ένιωθε ταπεινωτικό μετά από τόσο καιρό ανεξαρτησίας.
Λεξικό Δέντρο
humiliatingly
humiliating
humiliate



























