Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
humiliated
01
ταπεινωμένος, ντροπιασμένος
experiencing the feeling of embarrassment, shame, or disrespect because of being mistreated or ridiculed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most humiliated
συγκριτικός βαθμός
more humiliated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The student felt humiliated after his mistake was pointed out in front of the class.
Ο μαθητής αισθάνθηκε ταπεινωμένος αφού το λάθος του επισημάνθηκε μπροστά στην τάξη.
02
ταπεινωμένος, χαμηλωμένος
subdued or brought low in condition or status
Λεξικό Δέντρο
humiliated
humiliate



























