Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
humiliated
01
ταπεινωμένος, ντροπιασμένος
experiencing the feeling of embarrassment, shame, or disrespect because of being mistreated or ridiculed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most humiliated
συγκριτικός βαθμός
more humiliated
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, social, psychology
Παραδείγματα
He felt humiliated after being publicly criticized by his boss.
Αισθάνθηκε ταπεινωμένος αφού δημοσίως επικρίθηκε από τον αφεντικό του.
02
ταπεινωμένος, χαμηλωμένος
subdued or brought low in condition or status
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
humiliated
humiliate



























