Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
debasing
01
εξευτελιστικός, υποτιμητικός
causing a decrease in value, dignity, or quality
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most debasing
συγκριτικός βαθμός
more debasing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The debasing words in the letter caused her a great deal of emotional pain.
Οι υποτιμητικές λέξεις στο γράμμα της προκάλεσαν πολύ συναισθηματικό πόνο.
Λεξικό Δέντρο
debasing
debase
base



























