Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Humming
01
βουητό, μουρμούρισμα
a low and continuous sound
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hummings
Παραδείγματα
The soft humming of the computer servers indicated their smooth operation in the data center.
Το απαλό βουητό των διακομιστών υπολογιστών έδειχνε την ομαλή λειτουργία τους στο κέντρο δεδομένων.
02
σιγοτραγούδημα, βουητό
the act of singing with closed lips
Λεξικό Δέντρο
humming
hum



























