humming
hu
ˈhʌ
ha
mming
mɪng
ming
hamming

Ορισμός και σημασία του "humming"στα αγγλικά

01

βουητό, μουρμούρισμα

a low and continuous sound 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hummings
Παραδείγματα
The soft humming of the computer servers indicated their smooth operation in the data center. 

Το απαλό βουητό των διακομιστών υπολογιστών έδειχνε την ομαλή λειτουργία τους στο κέντρο δεδομένων.

02

σιγοτραγούδημα, βουητό

the act of singing with closed lips 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store