Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hint
01
υπονοώ, υπαινίσσομαι
to indirectly suggest something
Transitive: to hint at sth | to hint that
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hint
γ΄ ενικό πρόσωπο
hints
ενεστώτα μετοχή
hinting
απλός αόριστος
hinted
παθητική μετοχή
hinted
Παραδείγματα
She subtly hinted that she preferred a certain restaurant for dinner by mentioning its delicious desserts.
Υπέδειξε διακριτικά ότι προτιμούσε ένα συγκεκριμένο εστιατόριο για δείπνο αναφέροντας τα νόστινα επιδόρπιά του.
Hint
01
μια υποψία, μια ίχνη
a small but appreciable amount of something
Παραδείγματα
Her perfume carried a hint of jasmine.
Το άρωμά της έφερε μια νότα γιασεμιού.
02
υπόδειξη, ενθάρρυνση
a slight suggestion or piece of advice that shows how a problem is solved
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hints
Παραδείγματα
She offered a hint to her coworker struggling with a difficult project, gently suggesting a possible solution.
Πρόσφερε μια υπόδειξη στον συνάδελφό της που αγωνιζόταν με ένα δύσκολο έργο, προτείνοντας απαλά μια πιθανή λύση.
03
ένδειξη, σημάδι
a sign or clue of a possible opportunity
Παραδείγματα
There are hints of innovation in her work.
Υπάρχουν ενδείξεις καινοτομίας στο έργο της.
04
μια υποψία, μια ίχνος
a barely detectable or minimal amount of something
Παραδείγματα
He spoke with a hint of fear.
Μίλησε με μια αποχρώση φόβου.



























