heedfully
heed
ˈhi:d
hid
fu
lly
li
li
helpfully

Ορισμός και σημασία του "heedfully"στα αγγλικά

01

προσεκτικά, με προσοχή

with careful attention or caution 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She listened heedfully to the instructions before starting the experiment. 

Άκουσε προσεκτικά τις οδηγίες πριν ξεκινήσει το πείραμα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

heedfully
heedful
heed
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store