gruel
gruel
gruɪl
γκρουιλ
/ɡɹˈuːəl/

Ορισμός και σημασία του "gruel"στα αγγλικά

01

χυλός, πολτός

a thin, watery porridge made by boiling ground grain or meal in water or milk
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The old recipe book included instructions for making oatmeal gruel.
Το παλιό βιβλίο συνταγών περιλάμβανε οδηγίες για την παρασκευή χυλού από βρώμη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store