gruel
gruel
gru:əl
grooēl

Ορισμός και σημασία του "gruel"στα αγγλικά

01

χυλός, πολτός

a thin, watery porridge made by boiling ground grain or meal in water or milk 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The prisoners were given a bowl of gruel for their daily meal. 

Οι κρατούμενοι έλαβαν ένα μπολ χυλό για το καθημερινό τους γεύμα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store