gloom
gloom
glum
gloom
groomgloam

Ορισμός και σημασία του "gloom"στα αγγλικά

01

σκοτάδι, θλίψη

a state of darkness or low light that often feels sad or heavy 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
glooms
Παραδείγματα
The room was filled with gloom after the storm. 

Το δωμάτιο ήταν γεμάτο θλίψη μετά την καταιγίδα.

02

θλίψη, μελαγχολία

a state of deep sadness or emotional darkness 
Παραδείγματα
A sense of gloom settled over the house after the bad news. 

Μια αίσθηση θλίψης σκέπασε το σπίτι μετά τα άσχημα νέα.

03

θλίψη, μελαγχολία

an atmosphere of depression and melancholy 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store