Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Blackness
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The blackness of the fabric gave the dress a sleek, sophisticated look.
Το μαύρο του υφάσματος έδωσε στο φόρεμα μια γλαφυρή, εκλεπτυσμένη εμφάνιση.
02
σκοτάδι, μαυρίλα
the state of being completely devoid of light
Παραδείγματα
The blackness of the cave was so profound that even a flashlight barely penetrated it.
Το σκοτάδι του σπηλαίου ήταν τόσο βαθύ που ακόμη και ένας φακός μόλις το διέτρεχε.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
blackness
black



























