blackmail
black
ˈblæk
blāk
mail
meɪl
meil
blacktail

Ορισμός και σημασία του "blackmail"στα αγγλικά

01

εκβιασμός, απόπειρα εκβιασμού

the crime of demanding money or benefits from someone by threatening to reveal secret or sensitive information about them 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
blackmails
Παραδείγματα
She was a victim of blackmail after someone threatened to expose her personal emails. 

Ήταν θύμα εκβιασμού αφού κάποιος απείλησε να αποκαλύψει τα προσωπικά της email.

to blackmail
01

εκβιάζω, απαιτώ με απειλή

to gain money, property, or some advantage by threatening someone 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
blackmail
γ΄ ενικό πρόσωπο
blackmails
ενεστώτα μετοχή
blackmailing
απλός αόριστος
blackmailed
παθητική μετοχή
blackmailed
Παραδείγματα
She tried to blackmail him for a large sum of money. 

Προσπάθησε να τον εκβιάσει για ένα μεγάλο χρηματικό ποσό.

02

εκβιάζω, αναγκάζω

to manipulate someone into doing something by threatening them 
Παραδείγματα
He was blackmailed into signing the contract. 

Τον εκβίασαν να υπογράψει τη σύμβαση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store