Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Blackmail
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The police launched an investigation into a case of blackmail involving threatening letters sent to a local politician.
Η αστυνομία ξεκίνησε έρευνα για μια υπόθεση εκβιασμού που περιλάμβανε απειλητικές επιστολές που στάλθηκαν σε έναν τοπικό πολιτικό.
to blackmail
01
εκβιάζω, απαιτώ με απειλή
to gain money, property, or some advantage by threatening someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
blackmail
γ΄ ενικό πρόσωπο
blackmails
ενεστώτα μετοχή
blackmailing
απλός αόριστος
blackmailed
παθητική μετοχή
blackmailed
Παραδείγματα
He faced charges for attempting to blackmail a politician.
Αντιμετώπισε κατηγορίες για απόπειρα εκβιασμού ενός πολιτικού.
02
εκβιάζω, αναγκάζω
to manipulate someone into doing something by threatening them
Παραδείγματα
The company was blackmailed to withdraw the complaint.
Η εταιρεία εκβιάστηκε για να αποσύρει την καταγγελία.
Λεξικό Δέντρο
blackmail
black



























