Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Blackleg
01
σπασικυρός, μαύρο πόδι
someone who works (or provides workers) during a strike
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
blacklegs
02
ανθρακαίος, αερόφλεγμα
a bacterial disease, typically affecting young cattle and sheep, characterized by sudden death, fever, and severe muscle inflammation
to blackleg
01
σπάω την απεργία, εργάζομαι κατά τη διάρκεια απεργίας
take the place of work of someone on strike
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
blackleg
γ΄ ενικό πρόσωπο
blacklegs
ενεστώτα μετοχή
blacklegging
απλός αόριστος
blacklegged
παθητική μετοχή
blacklegged



























