anonymous
a
ə
α
no
ˈnɒ
νο
ny
νι
mous
məs
μασ
antonymous

Ορισμός και σημασία του "anonymous"στα αγγλικά

01

ανώνυμος

(of a person) not known by name 
anonymous definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most anonymous
συγκριτικός βαθμός
more anonymous
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
identity, privacy, society
Παραδείγματα
The whistleblower chose to remain anonymous to protect their identity and avoid potential retaliation. 

Ο μηνυτής επέλεξε να παραμείνει ανώνυμος για να προστατεύσει την ταυτότητά του και να αποφύγει πιθανές αντιποιήσεις.

02

ανώνυμος, μη αναγνωρίσιμος

not easily identified due to absence of unique traits 
Παραδείγματα
The building was an anonymous block of concrete with no architectural flair. 

Το κτίριο ήταν ένα ανώνυμο τσιμεντένιο μπλοκ χωρίς αρχιτεκτονικό στυλ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

anonymously
anonymous
anonym
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store