anonymouse
a
ə
α
no
ˈnɒ
νο
ny
νι
mouse
maʊs
μαουσ

Ορισμός και σημασία του "anonymouse"στα αγγλικά

01

ανώνυμος, ανώνυμος χρήστης

a person who posts or shares information online without revealing their identity 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
anonymice
Παραδείγματα
An anonymouse commented on the forum last night. 

Ένας ανώνυμος σχολίασε στο φόρουμ χθες το βράδυ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store