Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Anorexic
01
ανορεξικός, άτομο που πάσχει από ανορεξία
a person who has an eating disorder characterized by an intense fear of gaining weight and severe food restriction
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
anorexics
Παραδείγματα
The clinic specializes in treating anorexics, providing both medical care and psychological support.
Η κλινική ειδικεύεται στη θεραπεία ανορεξικών, παρέχοντας τόσο ιατρική φροντίδα όσο και ψυχολογική υποστήριξη.
anorexic
01
ανορεξικός, που πάσχει από ανορεξία
having anorexia nervosa, an eating disorder characterized by extreme restriction of food intake
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most anorexic
συγκριτικός βαθμός
more anorexic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The patient was severely anorexic and required hospitalization.
Ο ασθενής ήταν σοβαρά ανορεξικός και απαιτούσε νοσηλεία.
Λεξικό Δέντρο
anorexic
anorex



























