Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
anonymous
01
ανώνυμος
(of a person) not known by name
Παραδείγματα
The journalist received an anonymous tip that led to the uncovering of a major corruption scandal.
Ο δημοσιογράφος έλαβε μια ανώνυμη πληροφορία που οδήγησε στην αποκάλυψη ενός μεγάλου σκανδάλου διαφθοράς.
02
ανώνυμος, μη αναγνωρίσιμος
not easily identified due to absence of unique traits
Παραδείγματα
The hotel room was clean but anonymous, with generic furniture and bland decor.
Το δωμάτιο του ξενοδοχείου ήταν καθαρό αλλά ανώνυμο, με γενικά έπιπλα και άνοστη διακόσμηση.
Λεξικό Δέντρο
anonymously
anonymous
anonym



























