Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to garb
01
ντύνομαι, στολίζομαι
to clothe oneself, often in a distinctive or particular manner
Intransitive: to garb as a character | to garb in a costume
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
garb
γ΄ ενικό πρόσωπο
garbs
ενεστώτα μετοχή
garbing
απλός αόριστος
garbed
παθητική μετοχή
garbed
Παραδείγματα
For the themed party, he garbed as a superhero with a cape and mask.
Για το θεματικό πάρτι, ντύθηκε ως υπερήρωας με μανδύα και μάσκα.
Garb
01
ενδυμασία, ρούχο
the clothes or attire that someone wears, often chosen for a specific occasion or purpose
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
garbs
Παραδείγματα
The actors adorned themselves in period garb to accurately portray the historical figures.
Οι ηθοποιοί στολίστηκαν με ενδύματα της εποχής για να απεικονίσουν με ακρίβεια τις ιστορικές φιγούρες.
Λεξικό Δέντρο
garbed
garb



























