Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fruitless
01
άκαρπος, μάταιος
failing to produce the desired or expected results
Παραδείγματα
The farmer 's efforts to revive the withering crops were fruitless due to the prolonged drought.
Οι προσπάθειες του αγρότη να αναζωογονήσει τα μαραμένα καλλιέργειες ήταν άκαρπες λόγω της παρατεταμένης ξηρασίας.
Λεξικό Δέντρο
fruitlessly
fruitlessness
fruitless
fruit



























