Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fruity
01
φρουτώδης, με άρωμα φρούτων
having a sweet, fresh, or juicy taste or smell associated with various types of fruits
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
fruitiest
συγκριτικός βαθμός
fruitier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
taste, smell, food
Παραδείγματα
The white wine had a fruity aroma, with notes of pear and citrus dancing on the palate.
Το λευκό κρασί είχε μια φρουτώδη άρωμα, με νότες από αχλάδι και εσπεριδοειδή που χόρευαν στο παλέτο.
02
τρελός, φρενοβλαβής
informal or slang terms for mentally irregular
Fruity
01
πουστης, αδελφή
a gay man
προσβλητικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
fruitiness
αρσενικό ενικό
fruity
neutral form
gay person
Παραδείγματα
That fruity walked in with a bright jacket and a grin.
Αυτός ο fruity μπήκε με ένα φωτεινό σακάκι και ένα χαμόγελο.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
fruity
fruit



























