Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fruition
01
πραγματοποίηση, ολοκλήρωση
the successful achievement of a goal or plan
Παραδείγματα
The startup 's vision for a groundbreaking app saw fruition with its release on the market.
Το όραμα της startup για μια επαναστατική εφαρμογή είδε την ολοκλήρωση με την κυκλοφορία της στην αγορά.
02
απόλαυση, καρπός
enjoyment derived from use or possession
03
καρποφορία, παραγωγή φρούτων
the condition or action of bearing or producing fruit
Λεξικό Δέντρο
fruition
fruit



























