fruition
frui
ˈfru:ɪ
frooi
tion
ʃən
shēn
fractionfriction

Ορισμός και σημασία του "fruition"στα αγγλικά

01

πραγματοποίηση, ολοκλήρωση

the successful achievement of a goal or plan 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
After years of research, the scientist's innovative idea reached fruition. 

Μετά από χρόνια έρευνας, η καινοτόμος ιδέα του επιστήμονα έφτασε σε πραγματοποίηση.

02

απόλαυση, καρπός

enjoyment derived from use or possession 
03

καρποφορία, παραγωγή φρούτων

the condition or action of bearing or producing fruit 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store