Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fruition
01
πραγματοποίηση, ολοκλήρωση
the successful achievement of a goal or plan
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
After years of research, the scientist's innovative idea reached fruition.
Μετά από χρόνια έρευνας, η καινοτόμος ιδέα του επιστήμονα έφτασε σε πραγματοποίηση.
02
απόλαυση, καρπός
enjoyment derived from use or possession
03
καρποφορία, παραγωγή φρούτων
the condition or action of bearing or producing fruit
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
fruition
fruit



























