Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fantastically
01
φανταστικά, θαυμάσια
in an extraordinarily excellent or impressive manner
Παραδείγματα
The cake turned out fantastically, just like a professional baker made it.
Το κέικ βγήκε φανταστικά, σαν να το έφτιαξε επαγγελματίας ζαχαροπλάστης.
1.1
φανταστικά, απίστευτα
to an extremely high or remarkable degree
Παραδείγματα
The crowd cheered fantastically loud when the home team scored.
Το πλήθος επευφήμησε φανταστικά δυνατά όταν η γηπεδούχος ομάδα σκόραρε.
02
φανταστικά, με φανταστικό τρόπο
in a bizarre, imaginative, or unreal way
Παραδείγματα
The decor was fantastically over-the-top, with glittering chandeliers and velvet walls.
Η διακόσμηση ήταν φανταστικά υπερβολική, με λαμπερά πολυέλαια και τοίχους από βελούδο.
Λεξικό Δέντρο
fantastically
fantastical
fantastic
fantasy



























