Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to falter
01
τραυλίζω, διστάζω
to utter something hesitantly or with uncertainty
Παραδείγματα
The student faltered an answer during the oral exam.
Ο φοιτητής διστασε μια απάντηση κατά τη διάρκεια της προφορικής εξέτασης.
02
διστάζω, ταλαντεύομαι
to become unsure, weak, or unsteady in purpose, confidence, or action
Παραδείγματα
Confidence faltered as challenges mounted unexpectedly.
Η αυτοπεποίθηση ταλάντευσε καθώς οι προκλήσεις αυξάνονταν απροσδόκητα.
03
διστάζω, παραπαίω
to move hesitatingly, as if about to fail
Παραδείγματα
His footing faltered on the slippery stones.
Το βήμα του ταλάντευσε στα ολισθηρά πετρώματα.
04
αποδυναμώνω, χάνω την ορμή
to lose effectiveness or momentum
Παραδείγματα
The economy faltered after the sudden policy change.
Η οικονομία ταλάντευσε μετά την ξαφνική αλλαγή πολιτικής.
Falter
01
δισταγμός, διστακτικότητα
a brief pause, hesitation, or wavering in action, speech, or movement
Παραδείγματα
The actor 's falter on stage went unnoticed by most of the audience.
Η διστακτικότητα του ηθοποιού στη σκηνή πέρασε απαρατήρητη από το μεγαλύτερο μέρος του κοινού.



























