falter
fal
ˈfɔl
φολ
ter
tɜr
τερρ
/fˈɒltɐ/

Ορισμός και σημασία του "falter"στα αγγλικά

to falter
01

τραυλίζω, διστάζω

to utter something hesitantly or with uncertainty
to falter definition and meaning
Παραδείγματα
The student faltered an answer during the oral exam.
Ο φοιτητής διστασε μια απάντηση κατά τη διάρκεια της προφορικής εξέτασης.
02

διστάζω, ταλαντεύομαι

to become unsure, weak, or unsteady in purpose, confidence, or action
Παραδείγματα
Confidence faltered as challenges mounted unexpectedly.
Η αυτοπεποίθηση ταλάντευσε καθώς οι προκλήσεις αυξάνονταν απροσδόκητα.
03

διστάζω, παραπαίω

to move hesitatingly, as if about to fail
Παραδείγματα
His footing faltered on the slippery stones.
Το βήμα του ταλάντευσε στα ολισθηρά πετρώματα.
04

αποδυναμώνω, χάνω την ορμή

to lose effectiveness or momentum
Παραδείγματα
The economy faltered after the sudden policy change.
Η οικονομία ταλάντευσε μετά την ξαφνική αλλαγή πολιτικής.
01

δισταγμός, διστακτικότητα

a brief pause, hesitation, or wavering in action, speech, or movement
Παραδείγματα
The actor 's falter on stage went unnoticed by most of the audience.
Η διστακτικότητα του ηθοποιού στη σκηνή πέρασε απαρατήρητη από το μεγαλύτερο μέρος του κοινού.

Λεξικό Δέντρο

faltering
faltering
falter
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store