fam
fam
fæm
fām
lambamsamdam

Ορισμός και σημασία του "fam"στα αγγλικά

01

οικογένεια, συγγενείς

family members or close friends treated like family 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
I'm just hanging out with the fam this weekend. 

Απλώς χαλαρώνω με την οικογένεια αυτό το Σαββατοκύριακο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

famous
fam
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store