Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to falter
01
τραυλίζω, διστάζω
to utter something hesitantly or with uncertainty
Παραδείγματα
He faltered an apology when confronted about the mistake.
Τραύλισε μια συγγνώμη όταν αντιμετωπίστηκε για το λάθος.
02
διστάζω, ταλαντεύομαι
to become unsure, weak, or unsteady in purpose, confidence, or action
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
falter
γ΄ ενικό πρόσωπο
falters
ενεστώτα μετοχή
faltering
απλός αόριστος
faltered
παθητική μετοχή
faltered
Παραδείγματα
She began to falter when asked a difficult question.
Άρχισε να διστάζει όταν της έγινε μια δύσκολη ερώτηση.
03
διστάζω, παραπαίω
to move hesitatingly, as if about to fail
Παραδείγματα
He faltered at the edge of the cliff, unsure where to step.
Αυτός διστασε στην άκρη του βράχου, αβέβαιος πού να πατήσει.
04
αποδυναμώνω, χάνω την ορμή
to lose effectiveness or momentum
Παραδείγματα
Sales have faltered after the new competitor entered the market.
Οι πωλήσεις δείλιασαν μετά την είσοδο του νέου ανταγωνιστή στην αγορά.
Falter
01
δισταγμός, διστακτικότητα
a brief pause, hesitation, or wavering in action, speech, or movement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
falters
Παραδείγματα
There was a slight falter in her voice as she addressed the crowd.
Υπήρχε μια ελαφριά διστακτικότητα στη φωνή της καθώς απευθυνόταν στο πλήθος.



























