Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
extensive
Παραδείγματα
The extensive garden featured a variety of flowers, shrubs, and trees, creating a lush landscape.
Ο εκτενής κήπος διέθετε μια ποικιλία από λουλούδια, θάμνους και δέντρα, δημιουργώντας ένα πλούσιο τοπίο.
02
εκτενής, ολοκληρωμένος
covering a wide range, indicating thoroughness or comprehensiveness
Παραδείγματα
His extensive reading habits have made him knowledgeable on a wide range of topics.
Οι εκτεταμένες συνήθειες ανάγνωσής του τον έχουν κάνει γνώστη σε ένα ευρύ φάσμα θεμάτων.
Παραδείγματα
The company underwent extensive restructuring to improve efficiency and profitability.
Η εταιρεία υπέστη εκτενή αναδιάρθρωση για να βελτιώσει την αποδοτικότητα και την κερδοφορία.
04
εκτεταμένος, ευρύς
affecting or involving a wide area or great numbers
Παραδείγματα
The extensive deforestation in the Amazon rainforest has impacted countless species and vast areas of land.
Ο εκτεταμένος αποδασμός στο τροπικό δάσος του Αμαζονίου έχει επηρεάσει αμέτρητα είδη και τεράστιες εκτάσεις γης.
Παραδείγματα
After the car accident, the victim was rushed to the hospital with extensive injuries, requiring immediate and comprehensive medical attention.
Μετά το αυτοκινητιστικό ατύχημα, το θύμα μεταφέρθηκε βιαστικά στο νοσοκομείο με εκτεταμένα τραύματα, που απαιτούσαν άμεση και ολοκληρωμένη ιατρική φροντίδα.
06
εκτατικός
(of farming practices or agriculture) using large areas of land with minimal labor and resources, leading to lower amounts of crops or agricultural produce per hectare
Παραδείγματα
Extensive agriculture is common where land is cheap and labor is scarce.
Η εκτεταμένη γεωργία είναι κοινή όπου η γη είναι φθηνή και η εργασία σπάνια.
Λεξικό Δέντρο
coextensive
extensively
extensiveness
extensive
extend



























