Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to explicate
01
εξηγώ, ερμηνεύω
to explain or interpret something in a clear and detailed manner, often uncovering deeper meanings
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
explicate
γ΄ ενικό πρόσωπο
explicates
ενεστώτα μετοχή
explicating
απλός αόριστος
explicated
παθητική μετοχή
explicated
Παραδείγματα
The historian will explicate the significance of the events in the context of the period.
Ο ιστορικός θα εξηγήσει τη σημασία των γεγονότων στο πλαίσιο της περιόδου.
02
εξηγώ, αναπτύσσω
to develop and expand ideas, concepts, and frameworks through logical deduction
Παραδείγματα
Academics continue pushing to elaborate and explicate evolutionary theory by debating nuanced ideas like levels of selection theory.
Οι ακαδημαϊκοί συνεχίζουν να πιέζουν για την ανάπτυξη και εξήγηση της θεωρίας της εξέλιξης συζητώντας λεπτές ιδέες όπως τα επίπεδα της θεωρίας επιλογής.
Λεξικό Δέντρο
explication
explicate



























