Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to excruciate
01
βασανίζω, τρομοκρατώ
to torture someone physically
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
excruciate
γ΄ ενικό πρόσωπο
excruciates
ενεστώτα μετοχή
excruciating
απλός αόριστος
excruciated
παθητική μετοχή
excruciated
Παραδείγματα
The cruel captors excruciated their prisoners with severe beatings.
Οι σκληροί απαγωγείς βασάνιζαν τους κρατούμενους τους με σοβαρά χτυπήματα.
02
βασανίζω, τρομοκρατώ
to cause someone to suffer mentally
Παραδείγματα
The memories of his past mistakes excruciated him, leaving him filled with regret.
Οι αναμνήσεις των παλιών του λαθών τον βασάνισαν, αφήνοντάς τον γεμάτο μετάνοια.
Λεξικό Δέντρο
excruciating
excruciation
excruciate



























