abiding
a
ə
ē
bi
ˈbaɪ
bai
ding
dɪng
ding
chidingglidingguidingsliding

Ορισμός και σημασία του "abiding"στα αγγλικά

01

διαρκής, μόνιμος

enduring for a prolonged priod 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most abiding
συγκριτικός βαθμός
more abiding
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He had an abiding interest in classical music that never waned over the years. 

Είχε ένα διαρκές ενδιαφέρον για την κλασική μουσική που ποτέ δεν εξασθένησε με τα χρόνια.

Λεξικό Δέντρο

abiding
abide
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store