to abide
a
ə
ē
bide
ˈbaɪd
baid
asideazideabodeamide

Ορισμός και σημασία του "abide"στα αγγλικά

to abide
01

κατοικώ, διαμένω

to live or stay in a particular place 
Intransitive: to abide somewhere
παλαιά χρήση
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
abide
γ΄ ενικό πρόσωπο
abides
ενεστώτα μετοχή
abiding
απλός αόριστος
abode
παθητική μετοχή
abode
Παραδείγματα
After retirement, they decided to abide in a quaint cottage by the lake. 

Μετά τη συνταξιοδότηση, αποφάσισαν να κατοικήσουν σε μια γραφική εξοχική κατοικία δίπσα στη λίμνη.

02

ανέχομαι, αποδέχομαι

(always negative) to tolerate someone or something 
Transitive: to abide sb/sth
Παραδείγματα
The manager made it clear that the company could not abide unethical behavior. 

Ο διαχειριστής έκανε σαφές ότι η εταιρεία δεν μπορούσε να ανέχεται ανήθικη συμπεριφορά.

Λεξικό Δέντρο

abidance
abiding
abide
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store