Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to abide
01
κατοικώ, διαμένω
to live or stay in a particular place
Intransitive: to abide somewhere
παλαιά χρήση
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
abide
γ΄ ενικό πρόσωπο
abides
ενεστώτα μετοχή
abiding
απλός αόριστος
abode
παθητική μετοχή
abode
Παραδείγματα
After retirement, they decided to abide in a quaint cottage by the lake.
Μετά τη συνταξιοδότηση, αποφάσισαν να κατοικήσουν σε μια γραφική εξοχική κατοικία δίπσα στη λίμνη.
02
ανέχομαι, αποδέχομαι
(always negative) to tolerate someone or something
Transitive: to abide sb/sth
Παραδείγματα
The manager made it clear that the company could not abide unethical behavior.
Ο διαχειριστής έκανε σαφές ότι η εταιρεία δεν μπορούσε να ανέχεται ανήθικη συμπεριφορά.



























