Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to abide
01
κατοικώ, διαμένω
to live or stay in a particular place
Intransitive: to abide somewhere
Old use
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
abide
γ΄ ενικό πρόσωπο
abides
ενεστώτα μετοχή
abiding
απλός αόριστος
abode
παθητική μετοχή
abode
Παραδείγματα
During the summer months, numerous vacationers choose to abide in beachfront cottages, enjoying the sun and sea.
Κατά τους θερινούς μήνες, πολλοί διακοπιαστές επιλέγουν να διαμένουν σε εξοχικά σπίτια παραθαλάσσια, απολαμβάνοντας τον ήλιο και τη θάλασσα.
02
ανέχομαι, αποδέχομαι
(always negative) to tolerate someone or something
Transitive: to abide sb/sth
Παραδείγματα
She ca n't abide people who are consistently dishonest.
Δεν μπορεί να ανέχεται ανθρώπους που είναι συνεχώς ανειλικρινείς.



























