abiding
Pronunciation
/əˈbaɪdɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "abiding"στα αγγλικά

01

διαρκής, μόνιμος

enduring for a prolonged priod
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most abiding
συγκριτικός βαθμός
more abiding
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The old oak tree stood as an abiding symbol of strength and resilience.
Η παλιά δρυς στέκονταν ως ένα διαρκές σύμβολο δύναμης και ανθεκτικότητας.

Λεξικό Δέντρο

abiding
abide
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store