continuing
Pronunciation
/kənˈtɪnjuɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "continuing"στα αγγλικά

continuing
01

συνεχής, διαρκής

persisting without reaching an end or resolution
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most continuing
συγκριτικός βαθμός
more continuing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The continuing negotiations between the two countries have not yet resulted in an agreement.
Οι συνεχιζόμενες διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο χωρών δεν έχουν ακόμη οδηγήσει σε συμφωνία.
02

συνεχής, διαρκής

lasting over a long period of time
Παραδείγματα
The continuing influence of classical music on modern composers is undeniable.
Η συνεχιζόμενη επιρροή της κλασικής μουσικής στους σύγχρονους συνθέτες είναι αδιαμφισβήτητη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store