Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
continued
01
συνεχής, αδιάκοπος
carrying on without stopping
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most continued
συγκριτικός βαθμός
more continued
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The teacher praised the student for their continued improvement in writing skills.
Ο δάσκαλος επαίνεσε τον μαθητή για τη συνεχή βελτίωση των δεξιοτήτων γραφής.
Λεξικό Δέντρο
discontinued
continued
continue



























