Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
continued
01
συνεχής, αδιάκοπος
carrying on without stopping
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most continued
συγκριτικός βαθμός
more continued
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite the setbacks, they showed continued determination to reach their goals.
Παρά τις αναποδιές, έδειξαν συνεχή αποφασιστικότητα να φτάσουν τους στόχους τους.
Λεξικό Δέντρο
discontinued
continued
continue



























