continued
Pronunciation
/kənˈtɪnjud/

Ορισμός και σημασία του "continued"στα αγγλικά

01

συνεχής, αδιάκοπος

carrying on without stopping
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most continued
συγκριτικός βαθμός
more continued
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The teacher praised the student for their continued improvement in writing skills.
Ο δάσκαλος επαίνεσε τον μαθητή για τη συνεχή βελτίωση των δεξιοτήτων γραφής.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store