continued
con
kən
kēn
ti
ˈtɪ
ti
nued
nju:d
nyood

Ορισμός και σημασία του "continued"στα αγγλικά

01

συνεχής, αδιάκοπος

carrying on without stopping 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most continued
συγκριτικός βαθμός
more continued
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
duration, persistence, action
Παραδείγματα
Despite the setbacks, they showed continued determination to reach their goals. 

Παρά τις αναποδιές, έδειξαν συνεχή αποφασιστικότητα να φτάσουν τους στόχους τους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

discontinued
continued
continue
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store