Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
continually
01
συνεχώς, αδιάκοπα
in a way that continues without stopping or interruption
γραμματικές πληροφορίες
επίρρημα τρόπου
Παραδείγματα
The river flows continually, never ceasing its journey.
Το ποτάμι ρέει συνεχώς, χωρίς ποτέ να σταματάει το ταξίδι του.
02
συνεχώς, αδιάκοπα
in a way that happens repeatedly, often annoyingly
Λεξικό Δέντρο
continually
continual



























