Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to envelop
01
τυλίγω
to completely surround or cover something
Transitive: to envelop sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
envelop
γ΄ ενικό πρόσωπο
envelops
ενεστώτα μετοχή
enveloping
απλός αόριστος
enveloped
παθητική μετοχή
enveloped
Παραδείγματα
The dense foliage enveloped the hiking trail, casting shadows and providing shade from the sun.
Το πυκνό φύλλωμα περιέβαλε το μονοπάτι πεζοπορίας, ρίχνοντας σκιές και παρέχοντας σκιά από τον ήλιο.
Λεξικό Δέντρο
enveloping
envelopment
envelop



























