Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to enumerate
01
απαριθμώ, καταμετρώ
to list and determine the quantity or total of something
Transitive: to enumerate a quantity
Παραδείγματα
The scientist enumerated the different species found in the area.
Ο επιστήμονας απαρίθμησε τα διαφορετικά είδη που βρέθηκαν στην περιοχή.
02
απαριθμώ, καταγράφω λεπτομερώς
to mention things individually
Transitive: to enumerate items on a list
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
enumerate
γ΄ ενικό πρόσωπο
enumerates
ενεστώτα μετοχή
enumerating
απλός αόριστος
enumerated
παθητική μετοχή
enumerated
Παραδείγματα
The professor took a moment to enumerate the key points of the lecture for the students.
Ο καθηγητής πήρε μια στιγμή για να απαριθμήσει τα κύρια σημεία της διάλεξης για τους φοιτητές.
Λεξικό Δέντρο
enumeration
enumerator
enumerate
enumer



























