Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to enumerate
01
απαριθμώ, καταμετρώ
to list and determine the quantity or total of something
Transitive: to enumerate a quantity
Παραδείγματα
They need to enumerate the number of participants before starting the event.
Πρέπει να απαριθμήσουν τον αριθμό των συμμετεχόντων πριν ξεκινήσει η εκδήλωση.
02
απαριθμώ, καταγράφω λεπτομερώς
to mention things individually
Transitive: to enumerate items on a list
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
enumerate
γ΄ ενικό πρόσωπο
enumerates
ενεστώτα μετοχή
enumerating
απλός αόριστος
enumerated
παθητική μετοχή
enumerated
Παραδείγματα
During the meeting, the manager will enumerate the company's goals for the next quarter.
Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, ο διαχειριστής θα απαριθμήσει τους στόχους της εταιρείας για το επόμενο τρίμηνο.
Λεξικό Δέντρο
enumeration
enumerator
enumerate
enumer



























