Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to envelop
01
τυλίγω
to completely surround or cover something
Transitive: to envelop sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
envelop
γ΄ ενικό πρόσωπο
envelops
ενεστώτα μετοχή
enveloping
απλός αόριστος
enveloped
παθητική μετοχή
enveloped
Παραδείγματα
As night fell, the darkness began to envelop the city.
Καθώς έπεφτε η νύχτα, το σκοτάδι άρχισε να καλύπτει την πόλη.
Λεξικό Δέντρο
enveloping
envelopment
envelop



























