to envenom
Pronunciation
/ɛnvˈɛnəm/

Ορισμός και σημασία του "envenom"στα αγγλικά

to envenom
01

δηλητηριάζω, προσθέτω δηλητήριο

add poison to
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
envenom
γ΄ ενικό πρόσωπο
envenoms
ενεστώτα μετοχή
envenoming
απλός αόριστος
envenomed
παθητική μετοχή
envenomed
02

δηλητηριάζω, πικραίνω

to cause to become resentful or bitter, typically through the use of harmful or spiteful words or actions
Παραδείγματα
If she continues to envenom every interaction with her negativity, she will soon find herself isolated and alone.
Αν συνεχίσει να δηλητηριάζει κάθε αλληλεπίδραση με την αρνητικότητά της, σύντομα θα βρεθεί απομονωμένη και μόνη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store