enigmatic
e
ˌɛ
e
nig
nɪg
nig
ma
ˈmæ
tic
tɪk
tik
enzymatic

Ορισμός και σημασία του "enigmatic"στα αγγλικά

01

αινιγματικός, μυστηριώδης

difficult to understand or interpret 
enigmatic definition and meaning
αποδοκιμαστικό
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most enigmatic
συγκριτικός βαθμός
more enigmatic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The author's choice of ending for the novel was enigmatic and sparked much debate. 

Η επιλογή του συγγραφέα για το τέλος του μυθιστορήματος ήταν αινιγματική και προκάλεσε πολλές συζητήσεις.

02

αινιγματικός, μυστηριώδης

intentionally obscure, ambiguous, or profound 
Παραδείγματα
The philosopher spoke in an enigmatic manner, hinting at deeper truths. 

Ο φιλόσοφος μίλησε με αινιγματικό τρόπο, υπαινισσόμενος βαθύτερες αλήθειες.

Λεξικό Δέντρο

enigmatical
enigmatic
enigma
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store