Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Enigma
01
αίνιγμα, μυστήριο
the quality of being very challenging to explain or understand
Παραδείγματα
His motives for the decision were an enigma to his colleagues.
Τα κίνητρά του για την απόφαση ήταν ένα αίνιγμα για τους συναδέλφους του.
02
αίνιγμα, μυστήριο
a puzzling or mysterious issue or situation
Παραδείγματα
The reason for the sudden disappearance of the species remains an enigma to scientists.
Ο λόγος για την ξαφνική εξαφάνιση του είδους παραμένει ένα αίνιγμα για τους επιστήμονες.
Λεξικό Δέντρο
enigmatic
enigma



























